παρόρμηση
ουσιαστικό1. Έντονη, συχνά στιγμιαία ψυχική ώθηση ή ανάγκη που ωθεί ένα άτομο να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια.
2. Παροδική, αυθόρμητη επιθυμία για άμεση δράση, χωρίς εκτεταμένο στοχασμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπέκυψε στην παρόρμηση να αγοράσει το έξτρα παγωτό, παρά τη δίαιτά του.
- Μια ξαφνική παρόρμηση τον έσπρωξε να τηλεφωνήσει στη μητέρα του.
- Η παρόρμηση για εκδίκηση τον τύφλωνε και τον έκανε να παίρνει λάθος αποφάσεις.
- Η παρόρμηση του καλλιτέχνη να πειραματιστεί οδήγησε σε ένα πρωτότυπο έργο.
- Ήταν η παρόρμηση που χρειαζόταν για να ξεκινήσει το σχέδιο ανανέωσης του γραφείου.