αποθάρρυνση
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή συναίσθημα μείωσης του θάρρους, της αυτοπεποίθησης ή της διάθεσης για δράση, που καθιστά κάποιον λιγότερο πιθανό να συνεχίσει ή να επιχειρήσει κάτι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά από πολλές αποτυχίες, ένιωσε μεγάλη αποθάρρυνση.
- Η κυβέρνηση εφάρμοσε νέα μέτρα ως αποθάρρυνση της φοροδιαφυγής.
- Η συνεχής κριτική προκάλεσε αποθάρρυνση στην ομάδα.
- Η αυστηρή ποινή λειτουργεί ως αποθάρρυνση για τους δράστες.
- Η έλλειψη επενδύσεων δημιούργησε αποθάρρυνση μεταξύ των επιχειρηματιών.