ετυμηγορία

ουσιαστικό

1. Επίσημη απόφαση που εκδίδεται από δικαστήριο, ένορκη επιτροπή ή άλλο αρμόδιο σώμα για την ενοχή, αθωότητα ή άλλη νομική κατάσταση προσώπου ή για την έκβαση μιας δικαστικής υπόθεσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ετυμηγορία του δικαστηρίου ήταν αθωωτική.
  • Η ετυμηγορία της κριτικής επιτροπής ανέδειξε τον νικητή.
  • Η ετυμηγορία του κοινού για το έργο ήταν διχασμένη.
  • Μετά από μακρά συζήτηση, η ετυμηγορία ήταν ότι πρέπει να αλλάξουμε στρατηγική.
  • Η ετυμηγορία της ιστορίας θα κρίνει τις πράξεις τους.