απαγόρευση

ουσιαστικό

Πράξη, μέτρο ή κατάσταση κατά την οποία η διενέργεια, χρήση ή κυκλοφορία κάτι κηρύσσεται μη επιτρεπτή από κανόνες, νόμους ή εξουσία, με σκοπό τον περιορισμό ή την αποτροπή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απαγόρευση του κυνηγιού ισχύει όλο το χειμώνα.
  • Επιβλήθηκε απαγόρευση της κυκλοφορίας μετά το συμβάν.
  • Στην είσοδο υπάρχει πινακίδα που δηλώνει απαγόρευση εισόδου.
  • Οι γονείς επέβαλαν απαγόρευση στη χρήση κινητών κατά τη διάρκεια του φαγητού.
  • Η απαγόρευση αλιείας βοήθησε στην ανάκαμψη των τοπικών αποθεμάτων.