παρακώλυση
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ενέργεια που παρεμποδίζει την κίνηση, τη λειτουργία ή την πραγματοποίηση μιας πράξης, διαδικασίας ή σχεδίου, προκαλώντας καθυστέρηση ή αδυναμία ολοκλήρωσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παρακώλυση της κυκλοφορίας προκλήθηκε από το σοβαρό τροχαίο.
- Η παρακώλυση των εργασιών του δικαστηρίου θεωρήθηκε ποινικό αδίκημα.
- Η παρακώλυση της συνεδρίασης εμποδίζει τη λήψη άμεσων αποφάσεων.
- Η παρακώλυση της επικοινωνίας μεταξύ των ομάδων δημιούργησε σύγχυση στο έργο.
- Η παρακώλυση των έργων υποδομής καθυστέρησε την ανάπτυξη της περιοχής.
- Η παρακώλυση της ροής του αίματος απαιτεί άμεση ιατρική παρέμβαση.