εκπομπή
ουσιαστικό1. Πρόγραμμα ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό που μεταδίδεται μέσω ραδιοκυμάτων, δορυφόρου ή δικτύων προς ακροατές ή θεατές σε καθορισμένο χρόνο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκπομπή ξεκινά στις εννέα το βράδυ.
- Παρακολούθησα τη ζωντανή εκπομπή από το στούντιο.
- Η βιομηχανία μείωσε την εκπομπή ρύπων κατά 20%.
- Οι επιστήμονες μέτρησαν την εκπομπή ακτινοβολίας από το πείραμα.
- Η εκπομπή του ραδιοφωνικού σταθμού διεκόπη λόγω τεχνικού προβλήματος.