πλεύση

ουσιαστικό

1. Κίνηση πλοίου ή σκάφους πάνω σε θάλασσα, ποτάμι ή λιμάνι.

2. Πορεία ή διαδρομή που ακολουθεί ένα πλοίο ή σκάφος, με αναφορά στην κατεύθυνση και στον σχεδιασμό του ταξιδιού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πλεύση του καραβιού προς το λιμάνι διαρκεί περίπου τρεις ώρες.
  • Κατά την πλεύση, άνοιξαν σκοτεινά σύννεφα και ο καπετάνιος άλλαξε πορεία.
  • Η εταιρεία έκανε νέα πλεύση και επικεντρώνεται πλέον σε προϊόντα φιλικά προς το περιβάλλον.
  • Η πλεύση υπό ισχυρούς ανέμους απαιτεί έμπειρο πλήρωμα και προσεκτικό σχεδιασμό.
  • Οι καλοκαιρινές πλεύσεις του τουριστικού σκάφους είναι πλήρως δρομολογημένες.