μπλοκάρισμα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή γεγονός κατά το οποίο εμποδίζεται ή διακόπτεται η ροή, η κίνηση ή η λειτουργία ενός αντικειμένου, μηχανήματος, συστήματος ή διαδικασίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το μπλοκάρισμα του προφίλ του στο κοινωνικό δίκτυο έγινε χωρίς προειδοποίηση.
  • Το μπλοκάρισμα της κάρτας προκάλεσε προβλήματα στις αγορές του.
  • Υπήρξε μπλοκάρισμα στην εθνική οδό λόγω τροχαίου ατυχήματος.
  • Το τεχνικό μπλοκάρισμα του διακομιστή απέτρεψε την πρόσβαση στον ιστότοπο.
  • Κατά τη διάρκεια της εξέτασης ένιωσε μπλοκάρισμα και δεν μπορούσε να θυμηθεί τις απαντήσεις.