έλλειψη
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία απουσιάζει ή δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο, αγαθό ή ποιοτικό χαρακτηριστικό σε σχέση με τις ανάγκες ή τις προσδοκίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
επάρκεια ύπαρξη άφθονια πλεόνασμα θέση δόση πλήρωμα εξοπλισμός πόρος διαθεσιμότητα συμβάν ένδειξη αποθετήριο αφθονία επιρροή ιδιότητα κεφάλαια μέσα παροχή πληρότητα προμήθεια σπινθήρας συμβολή υπερβολή σημάδι ρόλος διάθεση αποτύπωμα αποθεματικό απόθεμα γνώρισμα περίσσευμα εφοδιασμός πόροι υπερπληθώρα πληθώρα πλούτος παρουσία σωρός ρεύμα χώρος κατοχή ποσότητα δυνατότητα συρροή νόμισμα προνόμιο προοπτική περιεχόμενο διευκόλυνση εύρεση ιδιοκτησία πλήθος πληθυσμός ποσό υπεροχή χρήματα χρήμα εξουσία λίρα φράγκο δραχμή φράγκα ανεύρεση διασφάλιση ευπορία καταιγισμός κορεσμός μάρκα περιεχόμενα πλήρωση προσόν κατακλυσμός ρευστότητα κάλυψη δικαίωμα στέγη χρυσάφι τρόφιμα πολυτέλεια χάρισμα συνοδεία ανταπόδοση αξιοπιστία δελτίο ευημερία ευμάρεια ηγεσία σπίθα συνωστισμός χάρις λεφτά επικάλυμμα θωράκιση κυριότητα κύμα χαρτζιλίκι εξασφάλιση ραχοκοκαλιά χωρητικότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η έλλειψη νερού στο χωριό έγινε ανησυχητική.
- Τον έστειλαν για εξετάσεις επειδή υπήρχε έλλειψη βιταμίνης D.
- Η έλλειψη εμπειρίας του νέου υπαλλήλου έγινε γρήγορα εμφανής.
- Ανησυχούμε για την έλλειψη πόρων στο νοσοκομείο.
- Η έλλειψη αποδείξεων καθυστέρησε την απόφαση του δικαστηρίου.