κορεσμός

ουσιαστικό

1. Κατάσταση στην οποία ένα σύστημα, διάλυμα ή μέσο δεν μπορεί να δεχθεί ή να συγκρατήσει περισσότερη ποσότητα μιας ουσίας, επειδή έχει φτάσει στο μέγιστο επίπεδο απορρόφησης ή διάλυσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κορεσμός του διαλύματος επιτυγχάνεται όταν δεν διαλύεται άλλο αλάτι.
  • Ο κορεσμός των χρωμάτων στην οθόνη είναι πολύ έντονος.
  • Ο κορεσμός της αγοράς καθιστά δύσκολη την είσοδο νέων προϊόντων.
  • Κατά τις ώρες αιχμής, ο κορεσμός του δικτύου προκαλεί καθυστερήσεις στην επικοινωνία.
  • Ο κορεσμός του αίματος σε οξυγόνο ήταν φυσιολογικός.