υστέρηση

ουσιαστικό

1. Καθυστέρηση στην εμφάνιση, έναρξη ή ολοκλήρωση γεγονότος ή ενέργειας σε σχέση με το αναμενόμενο ή το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η υστέρηση του τρένου προκάλεσε ταλαιπωρία στους επιβάτες.
  • Ο γιατρός διαγνώρισε υστέρηση στην ομιλία του παιδιού.
  • Η υστέρηση στην οικονομική ανάπτυξη της περιοχής οφείλεται στην έλλειψη υποδομών.
  • Η υστέρηση στην πληρωμή του λογαριασμού επέφερε επιπλέον χρεώσεις.
  • Το σύστημα παρουσίασε υστέρηση στην επεξεργασία των αιτημάτων.