δυνατότητα
ουσιαστικό1. Η ύπαρξη συνθηκών, μέσων ή προϋποθέσεων που επιτρέπουν την πραγματοποίηση ή εκδήλωση ενός γεγονότος ή μιας δράσης.
2. Η προοπτική να πραγματοποιηθεί ένα γεγονός όταν ισχύουν ορισμένες συνθήκες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπάρχει η δυνατότητα να εργαστείς από το σπίτι.
- Η δυνατότητα του μαθητή να μαθαίνει γρήγορα είναι προτέρημα.
- Μου δόθηκε η δυνατότητα να ταξιδέψω στο εξωτερικό.
- Το νέο κινητό έχει τη δυνατότητα να υποστηρίζει 5G.
- Δεν έχω τη δυνατότητα να έρθω σήμερα.