σπίθα
ουσιαστικό1. Μικρό, λαμπερό σωματίδιο φωτιάς ή θερμότητας που εκτοξεύεται στιγμιαία από φλόγα, τριβή, κτύπημα ή ηλεκτρική εκφόρτιση.
2. Στιγμιαία λάμψη ή φωτεινό ίχνος που παρατηρείται σε επιφάνειες ή κατά θραύση υλικών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μια σπίθα άναψε από το τσιγάρο και έβαλε φωτιά στα ξερά χόρτα.
- Μια σπίθα πετάχτηκε ανάμεσα στους γυμνούς αγωγούς.
- Η πρώτη σπίθα για το βιβλίο του ήρθε από ένα παλιό γράμμα.
- Μια σπίθα έλαμψε στα μάτια της όταν τον είδε.
- Οι σπίθες από τη σπασμένη ανάφλεξη προκάλεσαν πυρκαγιά στο εργαστήριο.