σπανιότητα
ουσιαστικόΗ κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία κάτι υπάρχει ή εμφανίζεται σε πολύ μικρή ποσότητα ή σε σπάνια συχνότητα, με συνέπεια περιορισμένη διαθεσιμότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
άφθονία πληθώρα επάρκεια αφθονία επικράτηση υπερπληθώρα διαθεσιμότητα συχνότητα προσφορά πλήθος πληθυσμός συνωστισμός συνήθεια επίπτωση κατακλυσμός συνηθισμένο κανονικότητα προσβασιμότητα συρροή καταιγισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η σπανιότητα του συγκεκριμένου είδους οδήγησε σε ειδικά μέτρα προστασίας.
- Λόγω της σπανιότητας των πρώτων υλών, οι τιμές αυξήθηκαν δραματικά.
- Η σπανιότητα αυτού του νομίσματος το καθιστά πολύτιμο για τους συλλέκτες.
- Σε περιόδους σπανιότητας νερού, η χρήση του πρέπει να περιορίζεται.
- Η σπανιότητα τέτοιων δεδομένων κάνει τη μελέτη εξαιρετικά σημαντική.