ανυπαρξία
ουσιαστικό1. Η κατάσταση του να μην υπάρχει κάτι, δηλαδή η απουσία ύπαρξης ή οντότητας σε δεδομένο χώρο, χρόνο ή πλαίσιο.
2. Απόλυτο κενό ως οντολογική έννοια, όπου δεν υφίσταται κανένα πραγματικό ή νοητό αντικείμενο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ύπαρξη παρουσία δημιούργημα ιδιότητα οντότητα συμβολή υπόσταση σημάδι ρόλος αποτύπωμα σύμπαν εμφάνιση θέαμα εκδήλωση φιγούρα ταμπέλα διαβίωση διαθεσιμότητα ζωή υπαρξιμότητα παρόν αναπαράσταση βίος συνέλευση θέση σημασία βαθμός ισχύς δημιουργία φαινόμενο προοπτική γνώρισμα συνάρτηση πληθώρα πληρότητα συντροφικότητα δύναμη ψυχή πράμα κράτος προσωπικότητα συνεδρίαση γέννηση τατουάζ έρευνα προφίλ
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανυπαρξία του βιβλίου στο ράφι έγινε αμέσως αντιληπτή.
- Στη φιλοσοφία, η ανυπαρξία θεωρείται κεντρικό ζήτημα στη συζήτηση για το τι είναι υπαρκτό.
- Η ανυπαρξία νομικών εγγυήσεων άφησε τους εργαζόμενους χωρίς προστασία.
- Η ανυπαρξία νοήματος στην καθημερινότητά του τον έριξε σε βαθιά μελαγχολία.
- Στο εργαστήριο, η ανυπαρξία ύλης μέσα στον θάλαμο απέδειξε ότι πλησιάζαμε το απόλυτο κενό.