ανυπαρξία

ουσιαστικό

1. Η κατάσταση του να μην υπάρχει κάτι, δηλαδή η απουσία ύπαρξης ή οντότητας σε δεδομένο χώρο, χρόνο ή πλαίσιο.

2. Απόλυτο κενό ως οντολογική έννοια, όπου δεν υφίσταται κανένα πραγματικό ή νοητό αντικείμενο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανυπαρξία του βιβλίου στο ράφι έγινε αμέσως αντιληπτή.
  • Στη φιλοσοφία, η ανυπαρξία θεωρείται κεντρικό ζήτημα στη συζήτηση για το τι είναι υπαρκτό.
  • Η ανυπαρξία νομικών εγγυήσεων άφησε τους εργαζόμενους χωρίς προστασία.
  • Η ανυπαρξία νοήματος στην καθημερινότητά του τον έριξε σε βαθιά μελαγχολία.
  • Στο εργαστήριο, η ανυπαρξία ύλης μέσα στον θάλαμο απέδειξε ότι πλησιάζαμε το απόλυτο κενό.