απουσία

ουσιαστικό

1. Έλλειψη παρουσίας προσώπου ή πράγματος σε συγκεκριμένο χώρο ή χρονική στιγμή.

2. Μη συμμετοχή ή μη εμφάνιση σε προγραμματισμένη δραστηριότητα, υποχρέωση ή εκδήλωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

παρουσία ύπαρξη θέση συνάντηση ρόλος παράσταση επίσκεψη παρακολούθηση θέαμα εκδήλωση συμμετοχή συνεδρίαση συρροή πόρος διαθεσιμότητα συμβάν ένδειξη διαμονή εμπλοκή ενασχόληση εύρεση ιδιότητα παρέμβαση παροχή πληρότητα σκοπιά σπινθήρας συμβολή συνέδριο συνέλευση συνδρομή συνεισφορά υπόσταση σημάδι αποτύπωμα σωρός ουσία σήμα ταμπέλα γνώρισμα επανεμφάνιση παρεμβολή εμφάνιση προσέλευση σκοπός τόπος πλήρωμα διάλεξη ποσότητα φαινόμενο ψηφοφορία περιεχόμενο συνοδεία αναπαράσταση αποθετήριο αποτύπωση διδασκαλία δρώμενο επιγραφή επιθεώρηση μέσα οντότητα παρόν πλήθος ποσό σύναξη όχλος σημείωμα άγγιγμα γραμμή έλευση ανταπόκριση απόκριση κτύπημα παντοδυναμία περιεχόμενα συνάρτηση πόστο πρόγραμμα κύκλος επικοινωνία επίδραση συνεδρία σύσκεψη έκφραση αιτιολόγηση απεικόνιση διακυβέρνηση εκφορά ετικέτα σημείωση συμπόσιο συνωστισμός υπόμνημα χρήματα χώρος κίνητρο πράμα τατουάζ έδρα θέαση καταχώρηση νότα περίσσευμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απουσία του Μάρκου στο μάθημα προκάλεσε ανησυχία στους καθηγητές.
  • Η απουσία αποδεικτικών στοιχείων δυσχέρανε την απόδειξη της ενοχής.
  • Η απουσία της από το γραφείο κράτησε δύο ημέρες λόγω ασθένειας.
  • Ο γιατρός εξήγησε ότι πρόκειται για μια μορφή επιληψίας, την κλασική απουσία, που διαρκεί λίγα δευτερόλεπτα.
  • Η απουσία του ήχου τη νύχτα έκανε την πόλη να μοιάζει έρημη.