υπερβολή

ουσιαστικό

1. Περίπτωση ή κατάσταση κατά την οποία κάτι υπερβαίνει το συνηθισμένο, το επιτρεπτό ή το αναμενόμενο μέτρο σε ποσότητα, ένταση ή έκταση.

Συνώνυμα

υπερβολισμός υπερβολικότητα μεγαλοποίηση πλεονασμός πλεόνασμα παραπανιότητα διόγκωση υπερπληθώρα υπερφόρτωση μεγέθυνση αφθονία σόου πολυτέλεια διαστρέβλωση κατασκεύασμα σπατάλη

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η υπερβολή στο αλάτι χάλασε τη σούπα.
  • Ο δημοσιογράφος χρησιμοποίησε υπερβολή για να προσελκύσει αναγνώστες.
  • Δεν χρειάζεται υπερβολή στην αντίδραση, αρκεί λίγη ψυχραιμία.
  • Η υπερβολή στη διακόσμηση έκανε το σπίτι να φαίνεται φορτωμένο.
  • Η υπερβολή ταχύτητας συχνά ευθύνεται για σοβαρά ατυχήματα.
  • Όταν λέει ότι δεν έχει κοιμηθεί καθόλου, μάλλον είναι υπερβολή.