ρόλος
ουσιαστικό1. Θέση ή λειτουργία που αναλαμβάνει ένα άτομο ή ένας φορέας σε κοινωνικό, οικογενειακό ή θεσμικό πλαίσιο, συνοδευόμενη από προσδοκίες και κανόνες συμπεριφοράς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ηθοποιός απέδωσε εξαιρετικά τον ρόλο.
- Ο Γιάννης έχει σημαντικό ρόλο στη διοίκηση της εταιρείας.
- Η τεχνολογία παίζει κρίσιμο ρόλο στην εκπαίδευση των παιδιών.
- Στην οικογένειά της, ο ρόλος της μητέρας περιλαμβάνει και τη φροντίδα και τη στήριξη.
- Της πρόσφεραν τον ρόλο της πρωταγωνίστριας στην καινούργια ταινία.
- Οι ρόλοι των εργαζομένων άλλαξαν μετά την αναδιάρθρωση.