μέσα

επίρρημα

1. Σε θέση μέσα στο όριο ενός χώρου, αντικειμένου ή δομής.

2. Σε χρονική έκφραση: κατά τη διάρκεια ή εντός του χρονικού διαστήματος που αναφέρεται.

3. Υποδεικνύει συμμετοχή, εμπλοκή ή ένταξη σε ομάδα, σύνολο ή κατάσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το βιβλίο βρίσκεται μέσα στο συρτάρι.
  • Θα τελειώσω την εργασία μέσα σε δύο ώρες.
  • Μείνε μέσα για να μην κρυώσεις.
  • Μέσα του ένιωθε χαρά που τα κατάφερε.
  • Μέσα από τις δυσκολίες μάθαμε πολλά.