σπινθήρας

ουσιαστικό

1. Μικρό λαμπερό και θερμό σωματίδιο ή φωτεινή ακίδα που εκτοξεύεται ή εμφανίζεται προσωρινά κατά την καύση, την τριβή, την πρόσκρουση ή άλλες φυσικές διεργασίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο σπινθήρας άναψε το ξερό χόρτο και προκάλεσε μικρή φωτιά.
  • Από τον παλιό διακόπτη βγήκε σπινθήρας και προκλήθηκε σύντομη διακοπή ρεύματος.
  • Ένας μικρός σπινθήρας έμπνευσης τον οδήγησε να γράψει ένα ποίημα.
  • Αμέσως ανάμεσά τους άναψε ένας σπινθήρας που προμήνυε την αρχή μιας σχέσης.
  • Κατά τη διάρκεια της συζήτησης πέταξαν σπινθήρες κι η ατμόσφαιρα έγινε τεταμένη.