ανταπόδοση
ουσιαστικόΠράξη ή αποτέλεσμα του ανταποδίδω· ενέργεια ή μέτρο με το οποίο κάποιος απαντά σε προηγούμενη ενέργεια, υπηρεσία ή έκφραση συναισθήματος, με σκοπό την εξισορρόπηση ή την έκφραση αντίδρασης.
Συνώνυμα
ανταμοιβή αμοιβή αντάλλαγμα αντίτιμο αντίδωρο αποζημίωση επιστροφή ξεπλήρωμα ανατροφοδότηση ανάδραση εκδίκηση αντίποινα κάρμα αντιπαροχή ανταπόκριση απάντηση αντίδραση αμοιβαιότητα εξιλέωση ανταλλαγή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανε μια χάρη κι εκείνη του πρόσφερε ως ανταπόδοση ένα ευχαριστήριο δώρο.
- Η ανταπόδοση των επιθέσεων δημιούργησε έναν νέο κύκλο βίας.
- Περιμένω την ανταπόδοση στο μήνυμά σου για να προχωρήσουμε.
- Η ανταπόδοση της επένδυσής μας ήταν μεγαλύτερη από την αρχική πρόβλεψη.
- Η ανταπόδοση της αγάπης του ήταν απροσδόκητη.