πενία

ουσιαστικό

1. Κατάσταση στην οποία δεν υπάρχουν επαρκείς οικονομικοί ή υλικοί πόροι για την κάλυψη των βασικών αναγκών ενός ατόμου ή μιας οικογένειας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πενία στο χωριό ήταν φανερή από τα ερειπωμένα σπίτια και τις κλειστές μικρές επιχειρήσεις.
  • Την ανάγκασε η πενία της οικογένειας να εγκαταλείψει το σχολείο.
  • Στα ασκητικά κείμενα περιγράφεται η πενία ως δρόμος προς την πνευματική απελευθέρωση.
  • Η πενία ιδεών στην επιτροπή καθυστέρησε τη λήψη αποφάσεων.
  • Κατά τη διάρκεια της πενίας, πολλοί νέοι αναζήτησαν εργασία στο εξωτερικό.