έλλειμμα

ουσιαστικό

1. Έλλειψη ποσότητας ή μέτρου από κάτι που απαιτείται ή αναμένεται, δημιουργώντας κενό ή ανεπαρκή κάλυψη.

2. Οικονομική κατάσταση κατά την οποία οι δαπάνες ή οι υποχρεώσεις υπερβαίνουν τα έσοδα ή τα διαθέσιμα, προκαλώντας αρνητικό ισοζύγιο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού αυξήθηκε φέτος.
  • Έχει μεγάλο έλλειμμα ύπνου τις τελευταίες μέρες.
  • Το παιδί διαγνώστηκε με έλλειμμα προσοχής στο σχολείο.
  • Κατά τη νευρολογική εξέταση παρατηρήθηκε έλλειμμα κινητικότητας στη δεξιά πλευρά.
  • Η περιοχή αντιμετωπίζει σοβαρό έλλειμμα σε βασικά φάρμακα.