έλλειμμα
ουσιαστικό1. Έλλειψη ποσότητας ή μέτρου από κάτι που απαιτείται ή αναμένεται, δημιουργώντας κενό ή ανεπαρκή κάλυψη.
2. Οικονομική κατάσταση κατά την οποία οι δαπάνες ή οι υποχρεώσεις υπερβαίνουν τα έσοδα ή τα διαθέσιμα, προκαλώντας αρνητικό ισοζύγιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
πλεόνασμα επάρκεια αποθετήριο κεφάλαια προμήθεια ταμείο υπερβολή κέρδος πόρος αποθεματικό απόθεμα αφθονία πληθώρα πληρότητα περίσσευμα έσοδο εισόδημα ποσό πρόσοδος υπεροχή χρήματα λεφτά χρήμα κεφάλαιο νόμισμα όφελος διαθεσιμότητα θησαυρός δραχμή φράγκα έσοδα κέρδη παραδάκι προσόν χαρτζιλίκι υπερπληθώρα πίστωση προβάδισμα βαθμός άθροισμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού αυξήθηκε φέτος.
- Έχει μεγάλο έλλειμμα ύπνου τις τελευταίες μέρες.
- Το παιδί διαγνώστηκε με έλλειμμα προσοχής στο σχολείο.
- Κατά τη νευρολογική εξέταση παρατηρήθηκε έλλειμμα κινητικότητας στη δεξιά πλευρά.
- Η περιοχή αντιμετωπίζει σοβαρό έλλειμμα σε βασικά φάρμακα.