εφοδιασμός
ουσιαστικό1. Η προμήθεια και διάθεση των απαραίτητων αγαθών, υλικών ή μέσων ώστε να καλυφθούν ανάγκες μιας επιχείρησης, ομάδας, στρατού ή γενικά μιας δραστηριότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εφοδιασμός του καταφυγίου με τρόφιμα και νερό πρέπει να γίνεται καθημερινά.
- Η εταιρεία φρόντισε για τον εφοδιασμό των καταστημάτων με νέα προϊόντα.
- Σε περίπτωση κακοκαιρίας, ο εφοδιασμός των νησιών γίνεται πιο δύσκολος.
- Ο στρατιωτικός εφοδιασμός περιλάμβανε καύσιμα, πυρομαχικά και φάρμακα.
- Για να συνεχιστεί το έργο, χρειάζεται σωστός εφοδιασμός με υλικά και εργαλεία.