ανεύρεση

ουσιαστικό

Ενέργεια και αποτέλεσμα του να βρεθεί κάτι που προηγουμένως ήταν άγνωστο, χαμένο ή αναζητούμενο, δηλαδή η διαδικασία κατά την οποία αποκαθίσταται η παρουσία, η θέση ή η ταυτότητα ενός αντικειμένου, μιας πληροφορίας ή ενός προσώπου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανεύρεση του χαμένου πορτοφολιού ανακούφισε την οικογένεια.
  • Η ανεύρεση του εγκαταλελειμμένου οχήματος δηλώθηκε στην αστυνομία.
  • Η ανεύρεση των εγγραφών στη βάση δεδομένων πήρε λίγα δευτερόλεπτα.
  • Η ανεύρεση του όζου στο υπερηχογράφημα οδήγησε σε περαιτέρω εξετάσεις.
  • Η ανεύρεση εργασίας ήταν το μεγαλύτερο άγχος μετά τις σπουδές.