χρήματα
ουσιαστικό1. Μέσο ανταλλαγής και γενικά αποδεκτό μέσο πληρωμής που χρησιμοποιείται για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών.
2. Μονάδα λογισμού και μέτρο αξίας που επιτρέπει τη σύγκριση τιμών και την καταγραφή οικονομικών συναλλαγών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν φτάνουν τα χρήματα για να πληρώσουμε το ενοίκιο.
- Έβαλε κάποια χρήματα στην τράπεζα για έκτακτες ανάγκες.
- Έδωσα στον φίλο μου χρήματα ως δάνειο.
- Απλώς ξόδεψε όλα τα χρήματα του στις διακοπές.
- Χρειάζομαι χρήματα για να αγοράσω καινούριο υπολογιστή.
- Τα χρήματα της εταιρείας επενδύονται σε νέες τεχνολογίες.