λεφτά

ουσιαστικό

1. Μέσο ανταλλαγής και μέτρο αξίας σε μορφή νομισμάτων, τραπεζογραμματίων ή ηλεκτρονικής καταγραφής που χρησιμοποιείται για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν έχω λεφτά.
  • Χρειάζομαι λεφτά για να πληρώσω το ενοίκιο.
  • Έβαλε όλα τα λεφτά στην τράπεζα.
  • Έκανε πολλά λεφτά από την επιχείρηση.
  • Μην σπαταλάς τα λεφτά σε ανούσια πράγματα.