γνώρισμα
ουσιαστικόΧαρακτηριστικό στοιχείο ή ιδιότητα που προσδιορίζει, διακρίνει και επιτρέπει την αναγνώριση ενός προσώπου, αντικειμένου, φαινομένου ή κατάστασης σε σχέση με άλλα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το γνώρισμα του προσώπου του ήταν οι έντονες φακίδες.
- Η ειλικρίνεια ήταν ένα γνώρισμα της συμπεριφοράς της.
- Το ψηφιακό λογότυπο είναι το βασικό γνώρισμα του προϊόντος.
- Ο βήχας μπορεί να είναι γνώρισμα της λοίμωξης.
- Η απουσία ορισμένων καταλήξεων θεωρείται γνώρισμα της συγκεκριμένης διαλέκτου.