στενότητα
ουσιαστικό1. Μικρή έκταση σε πλάτος ή διάμετρο, κατάσταση που περιορίζει το πέρασμα ή την ελεύθερη κίνηση.
2. Έλλειψη επάρκειας ή περιθωρίου σε πόρους, χρόνο ή δυνατότητες, κατάσταση περιορισμένης διαθεσιμότητας.
Συνώνυμα
στένωση στένωμα σφιχτότητα συνωστισμός περιορισμός έλλειψη σπανιότητα στενοκεφαλιά μικροψυχία δυσπραγία συρρίκνωση ανέχεια
Αντώνυμα
ευρυχωρία ευρύτητα άνεση επάρκεια άφθονία ανοιχτομυαλιά χώρος εύρος πλάτος πλατύτητα χωρητικότητα έκταση ευπορία ορίζοντας φάσμα χαλαρότητα παραδάκι χαρτζιλίκι ρευστότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η στενότητα του δρόμου δυσκολεύει τη διέλευση των φορτηγών.
- Η στενότητα των παπουτσιών του προκαλούσε πόνο.
- Λόγω της στενότητας του χρόνου, δεν προλάβαμε να ολοκληρώσουμε το έργο.
- Ένιωσε στενότητα στο στήθος και ζήτησε ιατρική βοήθεια.
- Η στενότητα του προϋπολογισμού ανάγκασε την εταιρεία σε περικοπές.