διαθεσιμότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία ένα αντικείμενο, πόρος, υπηρεσία ή άτομο μπορεί να χρησιμοποιηθεί, να προσεγγιστεί ή να τεθεί στη διάθεση άλλων.
2. Ποσότητα ή βαθμός διαθέσιμου πόρου σε σχέση με τις ανάγκες ή τη ζήτηση.
Συνώνυμα
ετοιμότητα προσιτότητα προσβασιμότητα προθυμία διάθεση αποθέματα επάρκεια απόθεμα ύπαρξη παρουσία προσφορά παροχή ρευστότητα ευχέρεια πρόσβαση
Αντώνυμα
έλλειψη απουσία ανυπαρξία απροσβασιμότητα λείψη εξάντληση ανεπάρκεια αδυναμία έλλειμμα περιορισμός κράτηση επιφύλαξη στέρηση σπανιότητα αποκλειστικότητα σπάνιοτητα μηδαμινότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διαθεσιμότητα του προϊόντος στο κατάστημα είναι περιορισμένη.
- Ζήτησα από τον προϊστάμενο να με ενημερώσει για τη διαθεσιμότητα των υπαλλήλων αυτή την εβδομάδα.
- Η διαθεσιμότητα των πόρων θα καθορίσει την πρόοδο του έργου.
- Πρέπει να ελέγξουμε τη διαθεσιμότητα των δωματίων πριν κάνουμε κράτηση.
- Η υψηλή διαθεσιμότητα του συστήματος εξασφαλίζει απρόσκοπτη λειτουργία.