φράγκο
ουσιαστικό1. Νομισματική μονάδα που χρησιμοποιήθηκε ή χρησιμοποιείται σε διάφορες χώρες (π.χ. γαλλικό, ελβετικό φράγκο), σε μορφή κέρματος ή τραπεζογραμματίου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν έχω ούτε ένα φράγκο.
- Στη συλλογή μου υπάρχει ένα παλιό φράγκο.
- Το φράγκο της Ελβετίας θεωρείται σταθερό νόμισμα.
- Τον αποκαλούσαν φράγκο εξαιτίας της καταγωγής του.
- Μου ζήτησε ένα φράγκο για το εισιτήριο, αλλά δεν το είχα.