προνόμιο

ουσιαστικό

Ειδικό δικαίωμα ή προνομιακή δυνατότητα που χορηγείται σε άτομο ή ομάδα λόγω θέσης, αξιώματος, συμφωνίας ή νόμου και παρέχει εξαίρεση από γενικούς κανόνες, ευνοϊκή μεταχείριση ή πρόσβαση σε πόρους, υπηρεσίες ή προστασία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι μεγάλο προνόμιο να εργάζομαι σε αυτή την ομάδα.
  • Το προνόμιο του να ψηφίζεις συνοδεύεται από ευθύνη.
  • Ως διευθυντής, έχω το προνόμιο να υπογράφω τα επίσημα έγγραφα.
  • Τα προνόμια των δημοσίων υπαλλήλων περιλαμβάνουν συνταξιοδοτικές παροχές.
  • Η εταιρεία είχε το προνόμιο της φοροαπαλλαγής για πέντε χρόνια.