συνοδεία
ουσιαστικό1. Ομάδα ή άτομο που συνοδεύει κάποιον ή κάτι, με σκοπό την προστασία, την υποστήριξη ή την επίσημη παρουσία.
2. Μουσικό σύνολο ή μέρος που εκτελεί μαζί με έναν κύριο ερμηνευτή, προσφέροντας αρμονική ή ρυθμική στήριξη στην κύρια μελωδία.
Συνώνυμα
συνόδευση συνοδία συμπόρευση συνόδευμα συντροφιά παρέα ακολουθία συνοδοιπορία συντροφία συνοδός σύντροφος σύντροφοι εταιρεία εταιρία ξενάγηση γκρουπ φρουρά σώμα παρεούλα τάγμα μπάντα συμπαράσταση συναναστροφή αντιπροσωπεία περιφρούρηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνοδεία του προέδρου ήταν πολύ διακριτική.
- Η ομάδα έφτασε στο γήπεδο με συνοδεία αστυνομικών.
- Η σοπράνο εμφανίστηκε με συνοδεία πιάνου.
- Το πιάτο σερβιρίστηκε με συνοδεία φρέσκων λαχανικών.
- Η πομπή προχώρησε υπό συνοδεία της στρατιωτικής μπάντας.