ιδιότητα
ουσιαστικό1. Χαρακτηριστικό ή ποιοτικό γνώρισμα που διακρίνει ένα αντικείμενο, φαινόμενο ή οντότητα και το περιγράφει ως προς μορφή, λειτουργία ή συμπεριφορά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ιδιότητα του νερού να διαλύει πολλά άλατα εξηγεί τη σημασία του στη φύση.
- Υπέγραψε το συμβόλαιο στην ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας.
- Η κλάση έχει μια ιδιότητα που αποθηκεύει το όνομα του χρήστη.
- Διατήρησε την ιδιότητα του μέλους του συλλόγου παρόλο που μετακόμισε.
- Η ιδιότητα της ευσυνειδησίας την έκανε αξιόπιστη εργαζόμενη.