στέρηση
ουσιαστικό1. Έλλειψη ή απουσία κάποιου αγαθού, υπηρεσίας ή στοιχείου που θεωρείται αναγκαίο ή επιθυμητό για την ικανοποίηση βασικών αναγκών ή για την εύρυθμη λειτουργία ατόμου ή ομάδας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
επάρκεια άφθονία πληρότητα παροχή αφθονία κτήση δικαίωμα ενίσχυση πόρος ευπορία πόροι διαθεσιμότητα πλεόνασμα πλούτος εφοδιασμός κάλυψη αποθετήριο απόκτηση δραχμή δώρημα επιβράβευση ευημερία ευμάρεια ηδονή λευτεριά λύτρωση πληθώρα προμήθεια συνεισφορά φράγκα χορήγηση βοήθεια άδεια δόση εξοπλισμός κατοχή ανταμοιβή προνόμιο πολυτέλεια θησαυρός αναπλήρωση ευζωία κυριότητα πάσο περίθαλψη περίσσευμα τσιμπούσι χαρτζιλίκι ύπαρξη άνεση εξουσιοδότηση εορτασμός επιχορήγηση κατανάλωση μέρισμα στήριξη φαΐ λεφτά χρήμα προσφορά χρήση βραβείο τρόφιμα επικοινωνία πρόσβαση μπόνους απόλαυση δωρεά παραγωγή απόθεμα διατροφή δωράκι παραδάκι τρόπαιο εξασφάλιση
Παραδείγματα χρήσης
- Η στέρηση τροφής επηρεάζει άμεσα την υγεία και την ανάπτυξη.
- Η στέρηση ύπνου τον έκανε να μην μπορεί να συγκεντρωθεί στη δουλειά.
- Η στέρηση στοργής στην παιδική ηλικία αφήνει ψυχολογικά σημάδια.
- Η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ήταν μέρος της ποινής.
- Η στέρηση πόρων ανάγκασε το νοσοκομείο να μειώσει τις υπηρεσίες του.
- Η στέρηση της νικοτίνης προκαλεί συμπτώματα όπως νευρικότητα και εφίδρωση.