στέρηση

ουσιαστικό

1. Έλλειψη ή απουσία κάποιου αγαθού, υπηρεσίας ή στοιχείου που θεωρείται αναγκαίο ή επιθυμητό για την ικανοποίηση βασικών αναγκών ή για την εύρυθμη λειτουργία ατόμου ή ομάδας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η στέρηση τροφής επηρεάζει άμεσα την υγεία και την ανάπτυξη.
  • Η στέρηση ύπνου τον έκανε να μην μπορεί να συγκεντρωθεί στη δουλειά.
  • Η στέρηση στοργής στην παιδική ηλικία αφήνει ψυχολογικά σημάδια.
  • Η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ήταν μέρος της ποινής.
  • Η στέρηση πόρων ανάγκασε το νοσοκομείο να μειώσει τις υπηρεσίες του.
  • Η στέρηση της νικοτίνης προκαλεί συμπτώματα όπως νευρικότητα και εφίδρωση.