χαρτζιλίκι

άλλο

Χρήματα μικρού ποσού που δίνονται σε παιδί ή σε άλλο άτομο για μικρές καθημερινές ανάγκες ή έξοδα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι γονείς του του δίνουν κάθε μήνα λίγο χαρτζιλίκι.
  • Μάζεψε το χαρτζιλίκι του για να αγοράσει ένα βιβλίο.
  • Το χαρτζιλίκι δεν φτάνει πάντα για όλες τις μικρές του ανάγκες.
  • Ζήτησε από τη γιαγιά του λίγο χαρτζιλίκι για το κυλικείο.
  • Το καλοκαιρινό χαρτζιλίκι το ξόδεψε σχεδόν αμέσως.