παράλειψη
ουσιαστικό1. Απουσία ή μη εκτέλεση ενέργειας που αναμενόταν ή έπρεπε να γίνει, είτε από αμέλεια είτε από πρόθεση.
2. Στοιχείο, πληροφορία ή τμήμα κειμένου που έχει αφαιρεθεί ή δεν έχει συμπεριληφθεί.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
συμπερίληψη προσθήκη αρωγή επιθεώρηση σημείωση τσεκάρισμα χειρισμός αναφορά εξέταση παρασκευή έλεγχος παρακολούθηση λήψη αυτοψία παραπομπή εκτέλεση υλοποίηση ενέργεια εφαρμογή συμπλήρωση εκπλήρωση προσοχή πληρότητα ένταξη αφήγηση διήγηση διατύπωση διερεύνηση επίκληση θεώρηση μελέτη πραγματοποίηση επιμέλεια διόρθωση πρόνοια ανάγνωση απόκριση πλήρωση τήρηση επισήμανση συνέπεια ακρόαση ανίχνευση ερμηνεία κλήση προσπάθεια ρύθμιση σειρά συμπεριφορά διερμηνεία υποβολή
Παραδείγματα χρήσης
- Η παράλειψη να αναφέρει τα στοιχεία στο έντυπο προκάλεσε καθυστέρηση.
- Η παράλειψη του γιατρού να ελέγξει τα ζωτικά σημεία θεωρήθηκε ιατρικό σφάλμα.
- Η παράλειψη καταβολής των φόρων επιφέρει πρόστιμα.
- Η παράλειψη του ονόματός του από την πρόσκληση τον στενοχώρησε.
- Μια μικρή παράλειψη στην επιμέλεια του κειμένου αλλοίωσε το νόημα.