σημάδι
ουσιαστικό1. Αλλοίωση ή αποτύπωμα στην επιφάνεια ενός υλικού που προκύπτει από εξωτερική επαφή, φθορά ή βλάβη και είναι ορατό ή αισθητό.
2. Στοιχείο που υποδηλώνει ή μαρτυρεί μια κατάσταση, γεγονός ή αιτία, αξιοποιούμενο για συμπεράσματα ή διάγνωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχει ένα σημάδι στο μάγουλο από όταν ήταν παιδί.
- Το παλιό σημάδι από το τραύμα πονάει όταν κάνει κρύο.
- Αυτό το σημάδι δείχνει ότι υπάρχει διαρροή.
- Για εκείνην, ο κόκκινος ουρανός ήταν σημάδι κακού καιρού.
- Βάλε ένα σημάδι στον χάρτη για το μονοπάτι.
- Δεν υπήρχε ούτε ένα σημάδι ζωής μέσα στο σπίτι.