χάρις
ουσιαστικό1. Εσωτερική κατάσταση ή συμπεριφορά που εκδηλώνεται με προσοχή και ευμενή διάθεση προς άλλους, προσφέροντας βοήθεια, συγχώρεση ή ευνοϊκή αντιμετώπιση χωρίς απαίτηση αντάλλαγματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η χάρις της κινήσεώς της ήταν αβίαστη και γοητευτική.
- Ζήτησε την χάρις του βασιλιά για να συγχωρηθεί.
- Η χάρις του Θεού γέμισε την εκκλησία με ελπίδα.
- Ολοκλήρωσε το εγχείρημα χάρις στην αδιάκοπη εργασία της ομάδας.
- Ήταν εν χάρις με τους γείτονές της μετά τη δήλωση συγνώμης.