διάθεση
ουσιαστικό1. Κατάσταση του ψυχικού ή συναισθηματικού προσανατολισμού ενός προσώπου, που επηρεάζει τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις του.
Συνώνυμα
όρεξη διανομή πώληση κυκλοφορία εκποίηση διαθεσιμότητα εμπορία εκχώρηση παραχώρηση κλίση έφεση προδιάθεση προθυμία κέφι ευθυμία υπηρεσία αποδέσμευση θέληση φάση πνεύμα ψυχολογία παροχή χορήγηση αυτοδιάθεση κατανομή τάση πρόθεση προτίμηση επιθυμία πόθος διαχείριση απόθεση σκόπος καύλα χαρακτήρας κλίμα συμπεριφορά βουλή βούληση δημοσιοποίηση ιδιοσυγκρασία προαίρεση προμήθεια προώθηση
Αντώνυμα
αδιαθεσία κακοκεφιά απροθυμία έλλειψη αποθήκευση μη-διαθεσιμότητα απόσυρση μουτρωμάρα συγκράτηση άρνηση αντίθεση κατάθλιψη αδυναμία απάρνηση κτήση
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα έχω πολύ καλή διάθεση.
- Δεν έχει καμία διάθεση να μιλήσει τώρα.
- Η εταιρεία έθεσε σε διάθεση το νέο προϊόν στην αγορά.
- Η διάθεση των αποβλήτων απαιτεί ειδική άδεια.
- Είμαι στη διάθεσή σας για περισσότερες πληροφορίες.