ποσό
ουσιαστικό1. Ποσότητα που εκφράζεται αριθμητικά, ιδιαίτερα χρηματική αξία ή αριθμός μονάδων.
2. Αριθμητική τιμή που δηλώνει το αποτέλεσμα πρόσθεσης ή τη συνολική αξία συγκεκριμένων στοιχείων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ποσό που πρέπει να πληρώσεις είναι πενήντα ευρώ.
- Συμφωνήσαμε σε ένα μικρό ποσό ως προκαταβολή.
- Δεν γνωρίζω το ακριβές ποσό των ζημιών.
- Απαιτείται μεγάλο ποσό εργασίας για να ολοκληρωθεί το έργο.
- Το ποσό που εισέπραξε ήταν μεγαλύτερο από το αναμενόμενο.
- Το ποσό αυτό περιλαμβάνει φόρους και τέλη.