απόθεμα
ουσιαστικό1. Συνολική ποσότητα αγαθών, πρώτων υλών ή προϊόντων που τηρείται αποθηκευμένη και προορίζεται για μελλοντική χρήση, πώληση ή αναπλήρωση εφοδιασμού.
Συνώνυμα
στοκ αποθήκευμα αποθέματα αποθεματικό υπόλοιπο εφόδια διαθεσιμότητα εφεδρεία προμήθειες αποταμιεύματα ποσότητα εμπόρευμα προμήθεια ταμείο αποταμίευση κρυψώνα υλικό αποθετήριο περίσσευμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το απόθεμα του καταστήματος εξαντλήθηκε πριν τις εκπτώσεις.
- Τα αποθέματα στο αποθηκευτικό κέντρο καταμετρήθηκαν σήμερα.
- Το δάσος αποτελεί σημαντικό απόθεμα άνθρακα για την περιοχή.
- Η εταιρεία δημιούργησε ένα απόθεμα κεφαλαίων για απρόβλεπτα έξοδα.
- Το νοσοκομείο διατηρεί απόθεμα αίματος για επείγοντα περιστατικά.