πόροι

ουσιαστικό

1. Τα διαθέσιμα μέσα, αγαθά ή στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη αναγκών, την επίτευξη στόχων ή την υποστήριξη μιας δραστηριότητας.

2. Τα φυσικά αποθέματα μιας περιοχής ή ενός οργανισμού που μπορούν να αξιοποιηθούν.

Συνώνυμα

κεφάλαια μέσα διαθέσιμα αποθέματα χρήματα λεφτά κεφάλαιο περιουσιακά δυνατότητες υλικά εφόδια πλούτος εισόδημα φράγκα παραδάκι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η χώρα χρειάζεται περισσότερους πόρους για την παιδεία και την υγεία.
  • Το πανεπιστήμιο διαθέτει περιορισμένους πόρους για έρευνα.
  • Η επιχείρηση αξιοποιεί σωστά τους ανθρώπινους πόρους της.
  • Οι φυσικοί πόροι της περιοχής είναι πλούσιοι, αλλά χρειάζονται προστασία.
  • Με καλό σχεδιασμό, μπορούμε να εξοικονομήσουμε πόρους.