εύρεση

ουσιαστικό

1. Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του να βρεθεί ή να εντοπιστεί κάτι που προηγουμένως ήταν άγνωστο, μη εντοπισμένο ή αδιευκρίνιστο.

2. Το αντικείμενο, στοιχείο ή πληροφορία που προέκυψε ως αποτέλεσμα της διαδικασίας εύρεσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εύρεση ενός παλαιού χειρογράφου άλλαξε την ιστορία της έρευνας.
  • Η εύρεση μιας ικανοποιητικής λύσης στο πρόβλημα απαιτεί χρόνο.
  • Η εύρεση των αρχείων στον σέρβερ έγινε με τον νέο αλγόριθμο αναζήτησης.
  • Η εύρεση των υπευθύνων από την προανάκριση οδήγησε σε συλλήψεις.
  • Η εύρεση του κλειδιού στο συρτάρι μας ανακούφισε.