προοπτική
ουσιαστικό1. Δυνατότητα ή πιθανότητα μελλοντικής εξέλιξης, ανάπτυξης ή επιτυχίας για πρόσωπο, έργο ή κατάσταση.
2. Τρόπος ή γωνία από την οποία θεωρείται, ερμηνεύεται ή παρουσιάζεται ένα θέμα, ιδέα ή γεγονός.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Από την προοπτική των μαθητών, το μάθημα φάνηκε δύσκολο.
- Η προοπτική για την οικονομία είναι θετική.
- Στο σχέδιο, η προοπτική δημιουργεί το βάθος στην εικόνα.
- Η προοπτική προαγωγής τον ενθουσίασε.
- Αν δεις τα πράγματα από άλλη προοπτική, θα καταλάβεις καλύτερα.