χώρος
ουσιαστικό1. Ελεύθερη ή διαμορφωμένη έκταση μέσα σε κτίριο ή σε ανοικτό περιβάλλον όπου μπορούν να βρίσκονται, να κινούνται ή να τοποθετούνται αντικείμενα και άνθρωποι.
Συνώνυμα
τόπος θέση δωμάτιο αίθουσα μέρος περιοχή πεδίο τομέας περιβάλλον διάστημα περιθώριο διαμέρισμα αποθήκη ζώνη έδαφος έκταση τοποθεσία εγκατάσταση θάλαμος περίβολος σφαίρα αυλή γειτονιά πλατεία επιφάνεια επίπεδο χώρα αγορά γκαράζ κέντρο πιάτσα καθιστικό στέκι στίβος τοπίο σημείο ιδιωτικότητα ατμόσφαιρα γκαλερί επικράτεια ορίζοντας καμαρίνι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χώρος του σαλονιού είναι φωτεινός και άνετος.
- Δεν υπάρχει αρκετός χώρος στο πορτ-μπαγκάζ για τις βαλίτσες.
- Χρειάζομαι λίγο προσωπικό χώρο για να σκεφτώ.
- Στον διαστημικό χώρο δεν υπάρχει ατμόσφαιρα.
- Η πόλη δημιουργεί νέους δημόσιους χώρους για τους κατοίκους.