ρεκόρ

ουσιαστικό

1. Καταγεγραμμένη επίδοση ή αποτέλεσμα που αποτελεί ακραίο σημείο (π.χ. μεγαλύτερο, μικρότερο ή ταχύτερο) στην ιστορία ή σε συγκεκριμένο τομέα, αγώνα ή χρονική περίοδο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κατέρριψε το ρεκόρ στα 100 μέτρα.
  • Η εταιρεία σημείωσε νέο ρεκόρ πωλήσεων αυτό το τρίμηνο.
  • Καταγράφηκε ρεκόρ θερμοκρασίας στην περιοχή.
  • Έλεγξε το ρεκόρ του πελάτη στη βάση δεδομένων.
  • Η αθλήτρια πέτυχε προσωπικό ρεκόρ στο άλμα.