υποχωρητικότητα
ουσιαστικόΙδιότητα ή τάση του προσώπου ή φορέα να υποχωρεί και να δέχεται συμβιβασμούς, αποφεύγοντας τη σύγκρουση και παρουσιάζοντας μειωμένη αντίσταση σε απαιτήσεις ή πιέσεις.
Συνώνυμα
συμβιβαστικότητα συμβιβασιμότητα συγκαταβατικότητα διαλλακτικότητα υποχώρηση υποταγή υποτακτικότητα ελαστικότητα ευελιξία παραχώρηση συναινετικότητα παθητικότητα υπακοή επιείκεια ανεκτικότητα μαλακότητα ταπεινοφροσύνη ανοχή
Αντώνυμα
ανυποχώρητικότητα ανυποχώρηση πεισματικότητα αδιαλλαξία ανελαστικότητα τσαμπουκάς αποφασιστικότητα επιμονή ακαμψία σκληρότητα αυστηρότητα άρνηση αντίσταση επιθετικότητα σθεναρότητα αμετακίνησία τσαγανό μαγκιά ραχοκοκαλιά
Παραδείγματα χρήσης
- Η υποχωρητικότητα του συνεργάτη μας έκανε τη διαπραγμάτευση πιο εύκολη.
- Η υποχωρητικότητα της κυβέρνησης προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο κοινοβούλιο.
- Στη μηχανική, η υποχωρητικότητα ενός υλικού εκφράζει τη σχέση μετατόπισης προς δύναμη.
- Η συνεχής υποχωρητικότητα σε μια σχέση μπορεί να οδηγήσει σε δυσαρέσκεια και καταπίεση.
- Η υποχωρητικότητα της αγοράς απέναντι στις αυξήσεις των τιμών έκανε τους επενδυτές νευρικούς.