κατάκτηση

ουσιαστικό

1. Κατάληψη ή έλεγχος τόπου, περιοχής ή θέσης, συνήθως με χρήση στρατιωτικών ή αναγκαστικών μέσων, που συνεπάγεται κυριαρχία και διοίκηση.

2. Απόκτηση ιδιοκτησίας, αγαθού, θέσης ή προνομίου ως αποτέλεσμα προσπάθειας, δράσης ή συναλλαγής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κατάκτηση της πόλης ολοκληρώθηκε μετά από εβδομάδες πολιορκίας.
  • Η κατάκτηση του πρωταθλήματος ήταν το μεγαλύτερο επίτευγμά τους.
  • Η κατάκτηση της κορυφής απαιτούσε τεχνική ικανότητα και υπομονή.
  • Η κατάκτηση μιας ξένης γλώσσας χρειάζεται καθημερινή εξάσκηση.
  • Η κατάκτηση νέων αγορών αποτελεί στρατηγικό στόχο της εταιρείας.
  • Η κατάκτηση της εμπιστοσύνης των πελατών κράτησε αρκετούς μήνες.