αύξηση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα κατά το οποίο κάτι γίνεται μεγαλύτερο σε μέγεθος, ποσότητα, αριθμό ή ένταση.
2. Η ποσοτική ή ποσοστιαία μεταβολή προς τα πάνω σε σχέση με προηγούμενη κατάσταση.
3. Προσθήκη ποσού σε αμοιβή, τιμή, φόρο ή άλλο χρηματικό μέτρο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
μείωση πτώση ελάττωση κάθοδος αφαίρεση καταποντισμός περικοπή ύφεση έκπτωση κόψιμο κούρεμα βουτιά ψαλίδισμα υποχώρηση σμίκρυνση συρρίκνωση εξασθένιση περιορισμός απομείωση επιβράδυνση παρακμή ανάσχεση ελάφρυνση εξάντληση εξασθένηση κατάπτωση κατέβασμα κοπή πάγωμα κατρακύλα υποβάθμιση απαξίωση εκμηδένιση υποτίμηση προσφορά αποδυνάμωση μαρασμός μηδενισμός συστολή
Παραδείγματα χρήσης
- Η αύξηση της θερμοκρασίας ήταν αισθητή όλο το Σαββατοκύριακο.
- Ο διευθυντής ανακοίνωσε αύξηση στον μισθό από την επόμενη πληρωμή.
- Υπήρξε αύξηση των κρουσμάτων μετά τις γιορτές.
- Παρατήρησε αύξηση βάρους μετά τις διακοπές.
- Η αύξηση κατά 5% στις πωλήσεις αντιπροσωπεύει σημαντική βελτίωση.